Όλος ο τόπος ανάβλυζε μελωδίες και ευωδίες ρόδων και ονείρων. Η όμορφη και
ευγενική δεσποσύνη άφησε ανοιχτό το βιβλίο και έκλεισε τα μάτια της. Έκλεισε τα
μάτια της να δει τον παράξενο άγγελό της... Τον καλούσε συχνά, καθώς έπεφτε η νύχτα, αν και δεν ήξερε ούτε από
που, αλλά ούτε και γιατί έρχονταν. Της κρατούσε αρκετές ώρες συντροφιά. Της μιλούσε για υψηλή Τέχνη και Επιστήμη, για τη δύναμη του ανθρώπινου νου,
για Αναζήτηση και Ελευθερία. Στα λόγια του ανάβλυζε μια Πύλη μυστική...
Ένας μαγικός πέπλος σκέπαζε τη σκέψη της και νόμιζε πως, αν κάποιος τον τραβούσε, εκείνη θα βρίσκονταν αλλού, όχι πάντως επάνω στη γη. Η ανάμνηση της ποίησης που ως τότε απασχολούσε ολόκληρη την ψυχή της είχε πια γίνει μια μακρινή μελωδία, ο μόνος δεσμός του αλλόκοτα γοητευτικού της ονείρου με τους αλλοτινούς χρόνους.
Ένας μαγικός πέπλος σκέπαζε τη σκέψη της και νόμιζε πως, αν κάποιος τον τραβούσε, εκείνη θα βρίσκονταν αλλού, όχι πάντως επάνω στη γη. Η ανάμνηση της ποίησης που ως τότε απασχολούσε ολόκληρη την ψυχή της είχε πια γίνει μια μακρινή μελωδία, ο μόνος δεσμός του αλλόκοτα γοητευτικού της ονείρου με τους αλλοτινούς χρόνους.
![]() |
“Saint Cecilia”, John William Waterhouse, 1895 |
Εδώ συναντάμε τους αληθινούς ήρωες, τους σπουδαίους αυτούς αντίποδες των ποιητών, που κατ’ ουσίαν δεν είναι παρά φυσικές δυνάμεις εμβαπτιζόμενες στην ποίηση. Ένας ποιητής που θα ήταν μαζί και ήρωας ενσαρκώνει έναν απεσταλμένο εξ’ ουρανού…
![]() |
“Chivalry”, Sir Frank Dicksee, 1885 |
Σε πανάρχαιους λοιπόν χρόνους και στα μέρη όπου είναι σήμερα η Ελληνική Αυτοκρατορία, λένε ταξιδιώτες, που άκουσαν με τα ίδια τους τ’ αυτιά τους θρύλους από το στόμα των κοινών ανθρώπων εκεί κάτω, πως υπήρχαν ποιητές ικανοί να ζωογονούν τα δάση με τον αλλόκοτο ήχο θαυμαστών οργάνων, να ξυπνούν τα κρυμμένα στους κορμούς των δέντρων πνεύματα, να ανασταίνουν μέσα σε ερήμους, σε τόπους ρημαγμένους τους νεκρούς σπόρους των φυτών και να μεταμορφώνουν τη χέρσα γη σε ολάνθιστα περιβόλια, να μερώνουν θεριά, να μαλακώνουν και να καταλαγιάζουν αφηνιασμένες ανθρώπινες ψυχές, να καταπαύουν τρικυμίες, ακόμα και να βάζουν τα άψυχα βράχια να στήνουν αρμονικούς χορούς.
![]() |
“Orpheus and the Beasts”, Vrancx Sebastian, 1595 |
Το φεγγάρι σκορπούσε τη γλυκιά του λάμψη πάνω στους λόφους, γεννώντας υπέροχα όνειρα στην ψυχή κάθε πλάσματος. Σάμπως όνειρο και το ίδιο του ήλιου, το φεγγάρι αγνάντευε από ψηλά το απόκοσμο τοπίο, τον ονειροπαρμένο κόσμο, ξαναγυρίζοντας την αδάμαστη κι ανήμερη φύση στους αρχέγονους εκείνους χρόνους των παραμυθιών, όπου κάθε μπουμπούκι κλειστό ακόμα, έρημο και απρόσιτο, ζήταγε ν’ ανοίξει διάπλατα, να ξεκλειδώσει όλα τα μυστικά της ύπαρξης.
Και συ, φεγγάρι, έλαμπες που όλο γυροφέρνεις-
Πλατύθωρο και τρυφερό το φως σου πάνω απ’ όλα,
Που απάλυνε, κατεύναζε τη γκρίζα αυστηρότη,
Την άθλια ερήμωση του ρημαγμένου τόπου
Και εκ νέου αναπλήρωνες το χάσμα των αιώνων,
Αφήνοντας το όμορφο μέσα στην ομορφιά του
Κι εκείνο που δεν ήτανε το ανέδειχνες ωραίο.
Ώσπου η καρδιά ξεχείλισε με σιωπηλή λατρεία
Κι όλος ο τόπος έγινε πανάρχαια θρησκεία –
Λατρεία του αρχαϊκού και του μεγάλου σέβας –
Όλων εκείνων των νεκρών σκηπτούχων βασιλιάδων,
Που μέσα κι απ’ τη λήκυθο ορίζουνε τα πνεύματα
Και τις ψυχές μας κυβερνούν. – Ήταν μια τέλεια νύχτα!
Που απάλυνε, κατεύναζε τη γκρίζα αυστηρότη,
Την άθλια ερήμωση του ρημαγμένου τόπου
Και εκ νέου αναπλήρωνες το χάσμα των αιώνων,
Αφήνοντας το όμορφο μέσα στην ομορφιά του
Κι εκείνο που δεν ήτανε το ανέδειχνες ωραίο.
Ώσπου η καρδιά ξεχείλισε με σιωπηλή λατρεία
Κι όλος ο τόπος έγινε πανάρχαια θρησκεία –
Λατρεία του αρχαϊκού και του μεγάλου σέβας –
Όλων εκείνων των νεκρών σκηπτούχων βασιλιάδων,
Που μέσα κι απ’ τη λήκυθο ορίζουνε τα πνεύματα
Και τις ψυχές μας κυβερνούν. – Ήταν μια τέλεια νύχτα!
Τα κείμενα με κόκκινο είναι επιλεγμένα αποσπάσματα από το μυθιστόρημα «Η προσδοκία» του Νοβάλις σε μετάφραση Θεοδώρου Λουπασάκη και το κείμενο με μπλε είναι απόσπασμα από το ποίημα «Μάνφρεντ» του Λόρδου Βύρωνα σε μετάφραση Αθανασίου Οικονόμου. Αφορμή, η Αυγουστιάτικη πανσέληνος...